Κυριακή 21 Απριλίου 2013

"Σεις είσθε η επιστολή ημών, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών"


Β' Κορινθίους γ' 2

Ο Παύλος στη δεύτερη επιστολή στους Κορίνθιους ήταν πολύ πιο ήπιος, με σπλάχνα αγάπης και οικτιρμών μετά την πρώτη του επιστολή που επέκρινε τις ατασθαλίες της εκκλησίας της Κορίνθου. Το Πνεύμα του Θεού τον κίνησε να αρχίσει την επούλωση των πληγών που είχαν προηγηθεί από τον έλεγχο της προηγούμενης επιστολής.

Πράγματι, αυτή είναι η φύση του Πνεύματος του Θεού. Αυτός "πληγόνει και επιδένει· κτυπά, και αι χείρες αυτού ιατρεύουσιν"  (Ιώβ ε' 18). Η επίπληξη του Θεού μέσω διαφόρων θλίψεων έχει σκοπό μόνο τη στροφή του ανθρώπου στο δρόμο της αιώνιας ζωής και όχι στην κατάκριση και την καταστροφή. 

Το έργο του Παύλου είχε σπανίως στιγμές επίπληξης. Ήταν σχεδόν πάντα οικοδομής, παρηγοριάς, ελέους, δακρύων και απέραντης αγάπης. Ο ίδιος ένιωθε πως άπαξ και ελεήθηκε η δική του ψυχή, χρεωστεί και αυτός να βοηθά με τη δύναμη του Πνεύματος που τον διάλεξε να κάνει τη διακονία στα έθνη.

Σημειώνουμε λοιπόν πως όποιος θέλει να μεταδώσει στους ανθρώπους τη σωτηρία του Χριστού, θα πρέπει μαζί με την αγιότητα και τον έλεγχο να είναι σε θέση να κηρύξει αγάπη και να προβεί σε θυσίες που θα επουλώσουν τυχόν πληγές στις ψυχές των διακονούμενων.

Ο Παύλος δεν ήθελε να κάνει προσήλυτους. Ούτε κι ο Χριστός που κατέκρινε τους Φαρισαίους πως  έκαναν μεγάλα ταξίδια για να κάνουν ένα προσήλυτο αλλά αντ'  αυτού έκαναν ένα φανατικό μουτζαχεντίν χειρότερο των ιδίων σε υποκρισία και αναλγησία (Ματθαίος κγ' 15).

Για αυτό, ο Παύλος τονίζει πως οι Κορίνθιοι αποτελούν για αυτόν μια επιστολή που γράφτηκε στην καρδιά του και την καρδιά τους. Τα λόγια του εγχαράκτηκαν στη συνείδηση των Κορινθίων και η δική τους ανταπόκριση χάραξε μια αντίστοιχη επιστολή αγάπης στην καρδιά του Παύλου. Υπήρξε αυτή η "καρδιακή" ένωση. Και προφανώς αυτού του είδους η ένωση έμεινε για πάντα ανεξίτηλη.

Στις μέρες μας δε χρειαζόμαστε ενώσεις εκκλησιών, προσήλυτους, στατιστικά στοιχεία για το πόσους κάναμε να δεχτούν το Χριστό και πόσες εκκλησίες ανοίξαμε. Το εντελώς αντίθετο μάλιστα. Χρειαζόμαστε εγκάρδιες ενώσεις, από τις καρδιές των εργατών του Θεού προς τις καρδιές των ανθρώπων που διακονούνται αλλά και αντίστροφα. Δε γίνεται να υπάρχει μονομερής προσέγγιση ανάμεσα στους Χριστιανούς. Η αγάπη πρέπει να είναι αμοιβαία.

Αλλιώς, όλα τα κηρύγματα, οι μελέτες και οι αναλύσεις θα παραμείνουν κενό γράμμα στα όρια του Φαρισαϊσμού και του θρησκευτικού φανατισμού, από τα χειρότερα είδη φανατισμού ίσως. Και για αυτό μια μέρα θα κριθούμε όλοι για το τι επιστολές γράψαμε στις καρδιές των ανθρώπων.

  

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

"Και σεις, ως λίθοι ζώντες, οικοδομείσθε οίκος πνευματικός"


Α΄Πέτρου β' 5

Όλοι οι Χριστιανοί αποδέχονται πως ιδρυτής και θεμελιωτής της εκκλησίας είναι ο Ιησούς Χριστός ο οποίος δικαιωματικά δια του αίματός Του απέκτησε την αρχιερατική ιδιότητα που μένει στον αιώνα και τον τίτλο "αρχηγός και τελειωτής της πίστης" (Εβραίους ιβ' 2). 

Όμως, η θυσία του Χριστού δεν έγινε ως δείγμα αλτρουϊσμού και ηρωϊσμού αλλά ακριβώς για να δημιουργηθεί ένα "εκλεκτό" σώμα πιστών που καλείται ανά τους αιώνες να εξαγγείλει τις αρετές του Χριστού και να καλέσει τους ανθρώπους σε μετάνοια για να τους δοθεί η αιώνια ζωή. 

Το σώμα αυτό του Χριστού, η Εκκλησία, έχει άφθονες φορές χάσει το δρόμο της και έχει γίνει ταυτόσημο της απληστίας, του μίσους, της εκδίκησης και κάθε μισητής σαρκικότητας. Παρόλα αυτά, ο Πέτρος στην περικοπή μας δεν αναφέρεται στους εξευτελίζοντες την Εκκλησία αλλά στους γνήσιους, πνευματικούς ανθρώπους που παρ' όλες τις δικές τους αποτυχίες και αμαρτίες, αγωνίζονται να μείνουν στην πίστη και που προσπαθούν να δείξουν και σε άλλους την αγαθή οδό.

Αυτοί είναι οι πνευματικοί λίθοι που στέκονται πάνω στο θεμέλιο, το Χριστό. Η μεγαλύτερη όμως αλήθεια του εδαφίου δεν είναι ο πνευματικός λίθος αλλά ο ζωντανός λίθος. Ας μη μείνουμε στο ζωντανός με την έννοια του πνευματικού - ζωντανού αλλά καθαρά του σωματικού - ζωντανού. Ας δούμε το θέμα υπό τη σκοπιά του ζωντανού οργανισμού.

Σε άλλο σημείο ο Παύλος λέει, αναφορικά με την Εκκλησία : "Και είτε πάσχει εν μέλος, πάντα τα μέλη συμπάσχουσιν· είτε τιμάται εν μέλος, πάντα τα μέλη συγχαίρουσι"  (Α' Κορινθίους ιβ' 26). Αυτή είναι η λογική σειρά ενός ζώντος οργανισμού. Να χαίρεται μετά χαιρόντων και να κλαίει μετά κλαιόντων. Πολύς κόσμος εστιάζει στο "συναυξάνεσθε" σε μια εκκλησία και μένει στη διδασκαλία και στο δόγμα του να γίνουν όλοι θεολόγοι και ευαγγελιστές. Όμως το ζήτημα δεν είναι καθόλου εκεί. Το ζήτημα έγκειται ακριβώς στην προοδευτική κατάσταση του να αισθάνεται το ένα μέλος της εκκλησίας τον άλλο σαν αδελφό και να συμπάσχει ή να συγχαίρει μαζί του.

Ένας ζωντανός οργανισμός δε θα αφήσει ένα μέλος του να πεθάνει, ούτε καν να πονέσει. Θα σπεύσει όλο το σώμα να συνδράμει και ο εγκέφαλος θα δώσει εντολή πάση θυσία να περιοριστεί το κακό. 

Προφανώς, σε ένα τέτοιο καθεστώς αλληλοβοηθείας και αλληλοκατανόησης, η διδασκαλία του Λόγου του Θεού θα βρίσκει έδαφος και τα χαρίσματα θα έχουν πιάσει τόπο. Αλλιώς, η Εκκλησία αντί οίκος πνευματικός θα γίνει οίκος χάους, παθών και μίσους όπου ο κάθε ένας θα νοιάζεται για τον εαυτό του και για τις φιλοδοξίες του.

Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος για να γίνουμε περισσότερο ζωντανοί λίθοι για να εργαστεί ο Χριστός περισσότερο μέσα μας και δι' ημών.