Ψαλμός α'3
Ο ψαλμωδός στον πρώτο κιόλας ψαλμό μιλά για τις 2 μεγάλες κατηγορίες ανθρώπων. Τους ευσεβείς και τους ασεβείς. Ξεκαθαρίζει πως κανένας δε γεννήθηκε ευσεβής ή ασεβής επίσης. Αλλά τα πάντα είναι θέμα απόφασης και επιλογής της καρδιάς. Ο μεν ευσεβής διαλέγει να μελετά το νόμο του Θεού, επιθυμεί να εξερευνήσει την καρδιά του Θεού και έχει μεγάλη ευχαρίστηση στο να αποζητά το Δημιουργό του, ο δε ασεβής αρέσκεται να κάθεται και να χλευάζει τους πάντες, Αμφισβητεί και εναντιώνεται σε κάθε τι που δεν εγκρίνει η σκοτεινή του καρδιά. Θεωρεί εαυτόν μικρό θεό, ικανό να κάνει ο,τι θέλει. Κανείς δεν τον ελέγχει και βάζει πάνω από όλα το δικό του συμφέρον και τη δική του γνώμη που δεν σηκώνει αμφισβητήσεις.
Μια εικόνα όμως του πρώτου Ψαλμού αναιρεί τα πάντα. Ο δίκαιος, αυτός που στηρίζεται στο Θεό, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να απλώνει τις ρίζες της ψυχής του σε ζωντανά νερά, σε αιώνιες και αστείρευτες πηγές. Ξέρει τι έχει ανάγκη η καρδιά του και το αποζητά. Μέρα με τη μέρα απλώνει τις ρίζες του όλο και βαθύτερα ωθούμενος από μια ανάγκη χορτασμού της ψυχής, όπως το δέντρο ψάχνει να βρει νερό στο έδαφος.
Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας είναι διπλό: Όχι μόνο ζει το δέντρο αλλά και με το νερό αυτό αρχίζει και αποδίδει τον καρπό του στον καιρό του. Γίνεται παραγωγικό, ωφέλιμο, θαλερό και γεμάτο ενέργεια.
Έτσι είναι το νερό που δίνει ο Χριστός. Στη Σαμαρείτισσα είχε πει,
(Ιωάννης δ'14)
Ευτυχισμένος λοιπόν είναι ο άνθρωπος που ζητά να "ριζώσει" στα νερά του Χριστού. Η ζέστη, η ξηρασία και οι κίνδυνοι δεν θα το απειλήσουν. Αλλά θα έχει καρπό να ταϊσει και άλλους ανθρώπους. Και την αιώνια ζωή δική του, αναφαίρετη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου